Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Η Γιαγιά


Σήμερα έμαθα το θάνατο της γιαγιάς. Στέκομαι απέναντι στο θάνατο όπως πάντα στεκόμουν - με απορία. Δε νοώ τη συνήθη απορία του πώς γίνεται να μας αφήνει κάποιος ή του πού πάμε ύστερα κλπ. Όχι, στην πράξη απορώ με όλες τις φυσικές διεργασίες που συνοδεύουν τους ζωντανούς και διέπουν τις ζωές τους. Αληθινά μπορώ, μετά που έμαθα το θάνατο της γιαγιάς, και κάνω πράγματα συνήθη της καθημερινότητάς μου. Και απορώ. Σα φυσικό ένστικτο επιβίωσης οι φυσικές διεργασίες δε σταματούν. Είχα μάθει το θάνατό της όταν κατέβασα μερικές γουλιές νερό, έκλεισα κανονικά τον υπολογιστή μου για σήμερα, σε λίγο θα φάω, θα πάω το σκύλο βόλτα και το βράδυ θα κοιμηθώ. Και αν κάτι δυσλειτουργήσει σήμερα, αύριο, για ένα μήνα, λόγω της ψυχικής φόρτισης, όλα κάποια στιγμή θα επανέλθουν. Η στόφα μας αποδεικνύεται δυνατότερη του θανάτου, δυνατότερη της κατάλυσης (δυνατότερη της λησμονιάς όμως?). Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι όσο μεγαλώνω, δεν αντέχω τη μυρωδιά του θανάτου. Όταν ξέρω πως θα πάω στο σπίτι του ανθρώπου που έφυγε και από μακριά ο δρόμος φέρει εκείνη την παγερή οσμή, τα πόδια μου σιγοτρέμουν και η ψυχή μου πάλλεται οδυνηρά. Η σκιά του, το πέρασμά του από τα ακριβά ή φτωχικά σπίτια μας, η γνώση πως λίγες στιγμές, ώρες ή μέρες πριν, ο μαυροφόρος είχε συνάντηση εκεί με κάποιον από τους ανθρώπους που απαρτίζουν το μικρό μου κόσμο, με αποτροπιάζει, σκιάζει μια ηλιόλουστη μέρα σα νεφέλωμα αιφνίδια εμφανιζόμενο σε καθαρό ουρανό. Και δεν είναι σε ανάμνηση του ακαθόριστου χρονικά και τοπικά δικού μου ραντεβού-σίγουρα όχι. Είναι γιατί η δράση του θανάτου, για έναν άνθρωπο όπως το τομάρι μου που μοχθεί για την ειλικρίνειά του (χωρίς φυσικά να τα καταφέρνει συχνά, αλλά τουλάχιστον μοχθεί) φαντάζει ως η πλέον ανειλικρινής, άνανδρη και - θα τολμούσα το λαϊκισμό- πέρα για πέρα πούστικη. Και οι πούστικες συμπεριφορές μου δημιουργούν αποτροπιασμό.

Σβήνω γιαγιά από το κινητό μου τον αριθμό σου. Είμαστε πολύ πιο κοντά από γραμμές τηλεφώνου ανθρώπινες και δορυφόρους ματαιότητας. Η θάλασσα που μού' φερε το κακό μαντάτο δε μ' αφήνει να σε δω για τελευταία φορά. Η ίδια θάλασσα θα φιλοξενεί τον (ξανά)εφηβικό χορό της λεύτερης ψυχής σου από δω και πέρα. Αναμέρα θλιβερά γεροντίστικα ντιβάνια και ξεχύσου πάνω στα κύματα! Κέρδισες τη λευτεριά σου και η θλίψη μας περισσεύει που ταξίδεψες μακριά, αλλά θα γίνουν τα δάκρυα χαράς σημάδια, όταν την εφηβική μορφή σου αντικρίσουμε στη θαλασσινή αύρα.

ΥΓ . Όλα αυτά είναι ποιητικές παπαριές και ψευτοβάλσαμα για τη ματωμένη ψυχή μου- η αλήθεια είναι ότι μου λείπεις και λυπήθηκα πολύ που έφυγες. Καλό ταξίδι.

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Εγώ καθρεφτίζομαι στον καθρέφτη ή εκείνος σ' εμένα?


Η αλήθεια είναι ότι μισώ αυτή την εποχή. Και το ρήμα δεν είναι λιγότερο εξαρτησιογενές από το αίσθημα. Με παρρησία ομολογώ το βαθύ μου μίσος για τούτη τη φρικαλεότητα που μας διακατέχει. Τα μακρινά είναι πόλεμοι, ακρωτηριασμοί και θάνατοι ανηλίκων (σκεφτείτε έστω και ένας από αυτούς να ήταν δικό σας παιδί-ειλικρινά προσομοίωση ανέφικτη όσο και το ανεκπλήρωτο της συνεύρεσής μου με την κα Μπελούτσι), βομβαρδισμοί, χάος, φωτιά και κόλαφος. Όλα τα ανωτέρω σε πλήρη αντιδιαστολή με τα κοντινά -και εξηγούμαι: με δίαιτες εξαντλητικές και τις περιποιήσεις της Ορτάνς, με θλιβερές έξωθεν μεταμορφώσεις προς εξυπηρέτηση (?) της καλαισθησίας, με γεμάτα κλαμπάκια και ταβέρνες του Σαββατοκύριακου, με αποχαυνωμένο ερωτισμό και άδεια χάχανα, με πολυθρόνα ελαφρώς βυθισμένη από του κορμιού την εναπομένουσα μόνιμη παραμόρφωση. Στέκομαι απέναντι σε κάτι που θυμίζει προφανώς κόλαση ή είναι η δική μου θέαση? Οι γκόμενες που χαϊδεύουν ψυγεία στα διαλείμματα της τηλεοπτικής μου ενημέρωσης από τα ματωμένα πρόσωπα του μετώπου (πχ της Γάζας σήμερα) είναι αποκύημα δικής μου μόνο φαντασίας ή υπάρχουν πραγματικά? Τα πατατάκια που μπουκώνουμε μπροστά στους δέκτες ηλιθιότητας είναι σουρεαλισμός ή απτή πραγματικότητα? Η δουλειά μας, το σπίτι μας, η σχέση μας, τα χαμόγελά μας είναι αλήθεια, ή ο άλλος κόσμος της αφανούς αδικίας, της επιβαλλόμενης νοσηρότητας της σκέψης, της κατάλυσης, του ψέματος, του θανάτου? Ο Κούντερα το είχε πει λήθη του είναι. Αναπόφευκτη ακόμα και με το πιο δυνατό ματζούνι. Όμως, άλλο του πράγματος το μοιραίο κι άλλη η απάθεια, ο αμοραλισμός, η ψυχική παράλυση. Σας λέω φίλοι ειλικρινά πως σήμερα κήδεψα λίγο ρομαντισμό ακόμα. Όπως όλοι κάνουμε κάθε μέρα που αφήνουμε να προστεθεί στις υπόλοιπες απαθώς. Και βρίσκω αλήθεια μόνο σε κάτι τρελούς στίχους σαν αυτούς του Καρυωτάκη : Μέσα σε όλο τούτο που ζούμε, ας πέθαινε ένας τουλάχιστον από αηδία. Αλήθεια, με τόσο ψέμα και υποκρισία που ντύσαμε τις πλουμιστές ζωές μας, με το να εθελοτυφλούμε και να αγνοούμε επιδεικτικά τη δυστυχία που ζητιανεύει στο πεζοδρόμιό μας, εσείς φίλοι είστε ευτυχισμένοι? Όχι, δε νοώ απάντηση προς εμένα. Εκείνη τη μυστική απάντηση θέλω που δίνετε έσωθεν όταν πλαγιάζετε τα βράδια ή όταν μονάχοι κατάματα αποφεύγετε τον καθρέφτη. Εσείς ξέρετε τι νιώθει ο άνθρωπός σας? Εσείς έχετε να δώσετε λίγη ομορφιά ακόμη? Μπορεί να ξεδιπλώσει η καρδιά σας κόκκινο ρόδο εν μέσω καταλύσεως, όλους εκπλήσσοντάς μας? Εσείς αγαπάτε κάτι πέρα από τον εαυτό σας? Εσείς αγαπάτε ακόμα κι αυτόν τον ίδιο τον εαυτό σας? Δε θα ξανάχετε ψέμα από μένα ποτέ φίλοι. Κι όποιος αντέξει. Όπως έλεγα και στην Αννίτα πριν το παιχνίδι είναι στημένο. Κι εμένα προσωπικά με εξιτάρει το στημένο παιχνίδι. Γιατί -επιτρέψτε μου- είναι σκέτη κάβλα..

ΥΓ : Γυναίκα μου συγγνώμη για τα χάδια που λησμόνησα να σου χαρίσω.